Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Τα ΣΔΙΤ ανοίγουν την πόρτα της ιδιωτικοποίησης σε υποδομές παιδείας, πολιτισμού, αθλητισμού.

Τα ΣΔΙΤ ανοίγουν την πόρτα της ιδιωτικοποίησης σε υποδομές παιδείας, πολιτισμού, αθλητισμού.
 
Κέρκυρα, 23/02/2017
 
Με πρόσφατες ανακοινώσεις του, ο Δήμαρχος Κέρκυρας κ. Νικολούζος προανήγγειλε την εκτέλεση έργων στις θεματικές του πολιτισμού, του αθλητισμού και της παιδείας μέσω ΣΔΙΤ. Αναφέρθηκε μάλιστα συγκεκριμένα στην επιλογή τεσσάρων σχολείων (σχολικό κέντρο Γουβιών, Ειδικού Σχολείου, ΕΠΑΛ Νότιας Κέρκυρας και Γυμνάσιο Λευκίμμης), ενός αθλητικού κέντρου στην Πόλη, του Φοίνικα και της οικίας Πετσάλη, και του Δημοτικού Θεάτρου. Έργα που αποτελούν αιτήματα της Κερκυραϊκής κοινωνίας εδώ και πολλά χρόνια. Με αυτόν τον τρόπο, γίνεται προσπάθεια να νομιμοποιηθεί το νεοφιλελεύθερης έμπνευσης χρηματοδοτικό εργαλείο των ΣΔΙΤ (το οποίο αποποιούταν ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση, το προωθεί όμως ως κυβέρνηση και ως μέρος των μνημονιακών δεσμεύσεων), που ιδιωτικοποιεί τις δημόσιες υποδομές και συνεχίζει το μνημονιακό κατήφορο της χώρας.
 
Τι είναι τα ΣΔΙΤ
 
Οι Συμπράξεις Δημοσίου – Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) είναι συμβάσεις, κατά κανόνα μακροχρόνιες, οι οποίες συνάπτονται μεταξύ ενός δημόσιου και ενός ιδιωτικού φορέα, με σκοπό την εκτέλεση έργων ή/και την παροχή υπηρεσιών. Με αυτές τις συμβάσεις το δημόσιο αναλαμβάνει τον καθορισμό των προδιαγραφών ενός έργου, τη διενέργεια των διαγωνισμών για την επιλογή του ιδιωτικού φορέα υλοποίησης και την αξιολόγηση των προσφορών, και ο ιδιώτης την εκπόνηση των μελετών, την κατασκευή του έργου, την εξασφάλιση της χρηματοδότησης, τη συντήρηση, διαχείριση ή και τη λειτουργία.
 
·        Τα ΣΔΙΤ αποτελούν ένα χρηματοδοτικό εργαλείο διπλού δανεισμού του δημοσίου απ’ τον ιδιωτικό τομέα, με το οποίο μεταξύ δημοσίου και τράπεζας παρεμβάλλεται ο ιδιώτης–εργολάβος που υπογράφει τη σύμβαση με το δημόσιο, και στη συνέχεια εξασφαλίζει αυτός τη χρηματοδότηση του έργου.
·        Τα ΣΔΙΤ αποτελούν σημαντικό μοχλό για την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υποδομών και υπηρεσιών, αφού μέσω της μακροχρόνιας αποπληρωμής από πλευράς του δημοσίου η συντήρηση, διαχείριση και λειτουργία των δημόσιων υποδομών περνούν στον ιδιωτικό τομέα.
·        Τα ΣΔΙΤ αυξάνουν το κόστος κατασκευής ενός έργου, λόγω της μακροχρόνιας αποπληρωμής τους, και το μετακυλύουν στις επόμενες γενιές είτε με τη μορφή χρέους είτε με την περικοπή δημοσίων επενδύσεων στο μέλλον, εξασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα των εργολάβων και των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων και στο μέλλον.
·        Τα ΣΔΙΤ αποτελούν έργα που εξαρτώνται απ’ την ανταποδοτικότητα μιας υπηρεσίας ώστε να εξασφαλίζεται η βιωσιμότητά της. Αποτελούν συνήθως επενδύσεις που αφορούν αυτοκινητόδρομους, διαχείριση απορριμμάτων κλπ υπηρεσίες στις οποίες πάντα επιβάλλεται τέλος χρήσης. Η χρήση ΣΔΙΤ σε μη ανταποδοτικές υπηρεσίες (παιδεία, υγεία, αθλητισμός πολιτισμός), υποκρύπτει μελλοντικά βάρη και τέλη για την πρόσβαση του πολίτη σε αυτές.
·        Με τα ΣΔΙΤ εξασφαλίζεται ότι θα ιδιωτικοποιηθεί–ξεπουληθεί το σύνολο της μελλοντικής δημόσιας περιουσίας, αυτής δηλαδή που δεν έχει περάσει σε ΤΑΙΠΕΔ και Ταμείο Αξιοποίησης Περιουσίας του Δημοσίου γιατί δεν έχει ακόμα κατασκευαστεί.
 
Ο μύθος της εκτέλεσης  χωρίς την επιβάρυνση του Δήμου.
 
Τα συγκεκριμένα έργα, που προϋπολογίζονται, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, σε 50-60 εκ. ευρώ, θα βαρύνουν το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων για 20-25 χρόνια, θα εκτελεστούν με το σύστημα μελέτη–κατασκευή, δηλαδή ο εργολάβος που θα κατασκευάσει θα έχει από πριν μελετήσει και σχεδιάσει τον τρόπο κατασκευής του έργου. Γιάννης κερνάει Γιάννης πίνει! Επιπλέον, στον ανάδοχο ανατίθεται η συντήρηση και η φύλαξη της κάθε εγκατάστασης.
 
Τα έργα αυτά θα περικόψουν το ήδη πετσοκομμένο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων κατά 50–60 εκ. ευρώ, και θα αποτελέσουν τον πολιτικό οδηγό-επιχείρημα για την επιπλέον μείωση των τακτικών πόρων του Δήμου, αφού πλέον η τοπική αυτοδιοίκηση, για την εκτέλεση σημαντικών έργων  θα πρέπει να απευθύνεται στην ειδική γραμματεία ΣΔΙΤ του Υπουργείου για να εκτελούνται με τον συγκεκριμένο τρόπο.
 
Η συντήρηση και η φύλαξη των εγκαταστάσεων θα πραγματοποιείται απ’ τον ιδιώτη εργολάβο. Έτσι μειώνονται οι απαιτήσεις για μόνιμο προσωπικό τεχνιτών, καθαριστριών ή φυλάκων του Δήμου Κέρκυρας, και προφανώς οι δημοτικοί υπάλληλοι που υπηρετούν σε αυτόν τομέα δεν θα είναι απαραίτητοι σε βάθος χρόνου.
 
Στις ανακοινώσεις του ο Δήμαρχος παρέλειψε να μας ενημερώσει για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων. Μήπως θα την αναλάβει και αυτή ο ιδιώτης–εργολάβος ή έστω από κοινού και με τον Δήμο;
 
Ο μύθος της αυστηρής τήρησης του χρονοδιαγράμματος.
 
Προφανώς και η αυστηρή τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση των έργων. Εάν δεν τηρηθεί ένα αυστηρό χρονοδιάγραμμα για την υλοποίηση, δεν θα μπορεί επί της ουσίας να αρχίσει η αποπληρωμή των εργολάβων, και ο λόγος αυτός είναι η ικανή συνθήκη για την εξασφάλιση της ολοκλήρωσης, πιθανώς και πριν το ορισμένο χρονοδιάγραμμα.
 
Οι όροι που αφορούν την αποπληρωμή  τέτοιων έργων, από μεριάς δημοσίου θα πρέπει κατ’ αρχήν να δημοσιεύονται και να είναι γνωστοί σε όλους, με κάθε λεπτομέρεια και κυρίως το ύψος του συνολικού ποσού που θα έχει καταβληθεί με το πέρας της σύμβασης. Εάν δηλαδή κατασκευαστούν τώρα έργα ύψους 60 εκ ευρώ, πόσο θα  έχουν κοστίσει τα έργα αυτά σε 25 χρόνια που θα ολοκληρώνεται η σύμβαση (λαμβάνοντας υπόψη επιτόκια κλπ στοιχεία συμβάσεων); Οι όροι είναι προφανώς ασαφείς και μπορεί άμεσα να δημιουργούν πολιτικούς εντυπωσιασμούς (ότι δήθεν μπορούν να γίνονται έργα χωρίς χρήματα ή πολλά έργα με μικρό κόστος), αλλά η θλιβερή πραγματικότητα είναι ότι  ουσιαστικά η αποπληρωμή τους ανατίθεται στις επόμενες γενιές είτε με τη μορφή της μείωσης των δημοσιών επενδύσεων  είτε με την από τώρα δέσμευση μελλοντικών πόρων ή και με την από σήμερα δέσμευση πόρων που θα αντιστοιχούσαν σε μελλοντικό σχεδιασμό. Επιπλέον διατηρούνται σοβαρές επιφυλάξεις ότι τα έργα θα κοστίσουν περισσότερο απ’ την πραγματική τους αξία.
 
Στην πραγματικότητα με τα έργα τύπου ΣΔΙΤ παρεμβάλλεται ενδιάμεσος (ο ιδιώτης εργολάβος), μεταξύ του δημοσίου και μιας τράπεζας, γιατί και ο εργολάβος θα δανειστεί για να κατασκευάσει, δηλαδή επιβάλλεται διπλός δανεισμός για την υλοποίηση ενός έργου, άρα και διπλή αποπληρωμή επιτοκίων. Πρόκειται σαφώς για μια μορφή δανεισμού, που χρησιμοποιεί σαν προκάλυμμα ή ενέχυρο ένα δημόσιο έργο ή επένδυση.  Η συσσώρευση τέτοιων έργων το μόνο αποτέλεσμα που θα έχει είναι την αύξηση των τιμών μιας παρεχόμενης απ’ το δημόσιο  υπηρεσίας ή και στη χειρότερη των περιπτώσεων τη συσσώρευση χρεών για το δημόσιο που μακροχρόνια θα δανείζεται για να αποπληρώσει, στην προσπάθειά του να στηρίξει το υφιστάμενο πλαίσιο κερδοφορίας των εργολαβικών συμφερόντων, υποθηκεύοντας τις νέες γενιές.
 
Ο ανταποδοτικός χαρακτήρας των έργων και τα ΣΔΙΤ.
 
Βασική προϋπόθεση για την υλοποίηση ενός τέτοιου έργου είναι η βιωσιμότητα της επένδυσης. Εάν απ’ τις επενδύσεις δεν προκύπτει κέρδος, δεν υπάρχει ενδιαφέρον από ιδιώτες να επενδύσουν. Για το λόγο αυτό έως τώρα τα ΣΔΙΤ χρησιμοποιούνταν για περιπτώσεις που επιβάλλονταν στο χρήστη τέλη χρήσης (διόδια κλπ). Όταν τα ΣΔΙΤ αφορούν έργα για κοινωνικές υποδομές και παροχές φαντάζει σχεδόν βέβαιο ότι για την πρόσβαση σε αυτές θα επιβληθούν τέλη στο μέλλον, και αμφισβητείται έμπρακτα  η ελεύθερη και ισότιμη πρόσβαση όλων σε τομείς όπως η παιδεία, ο αθλητισμός και ο πολιτισμός.
 
Ή με μνημόνια, ή με την ανατροπή.
 
Στη σημερινή μνημονιακή πραγματικότητα, δεν χωράνε μεσοβέζικες λύσεις και ούτε υπάρχουν λύσεις win-win όπως παρουσιάζεται το θέμα απ’ το Δήμαρχο. Το win-win αφορά τους εργολάβους και τους τραπεζίτες, που προφανώς θα βγουν πολλαπλά κερδισμένοι απ’ αυτή τη διαδικασία. Χαμένοι θα βγουν οι πολίτες, η Κερκυραϊκή κοινωνία, η αυτοδιοίκηση, οι εργαζόμενοι.
 
Η αποδοχή της λογικής της ιδιωτικοποίησης σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία, ο πολιτισμός, είναι ΑΔΙΑΝΟΗΤΗ και ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ. Ποιος επωμίζεται το κόστος για τα κέρδη εργολάβων και τραπεζών; Θα δούμε τέλη στους πολίτες για τη χρήση υποδομών όπως τα σχολεία, το Δημοτικό Θέατρο, τα αθλητικά κέντρα; Θα δούμε νέα πρόσθετη δημοτική φορολογία για την αποπληρωμή του διπλού δανεισμού;
 
Η νεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης δημιουργεί  ακραία φτώχεια, αυξάνει την ανασφάλεια, γιγαντώνει τα προβλήματα στο ασφαλιστικό σύστημα, δεν μειώνει την ανεργία και σπρώχνει καθημερινά μεγάλα τμήματα του εργαζόμενου λαού στο κοινωνικό περιθώριο. Ταυτόχρονα προχωρά  στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και είναι έτοιμη να ψηφίσει νέα αντιλαϊκά μέτρα προκειμένου να κλείσει η αξιολόγηση και να ευχαριστήσει τους δανειστές (ΕΕ & ΔΝΤ).
 
Ο Δήμος της Κέρκυρας δεν μπορεί και δεν πρέπει να συμμετέχει σε αυτή την πολιτική. Η προάσπιση του δημόσιου χαρακτήρα της παιδείας, της υγείας, του πολιτισμού, του φυσικού περιβάλλοντος, του δημόσιου πλούτου και των δημόσιων υποδομών, οφείλει να είναι προμετωπίδα της πολιτικής των αυτοδιοικητικών φορέων.
 
Κανένα ΣΔΙΤ στην Κέρκυρα, κανένα ΣΔΙΤ παντού.
Όχι στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.
Να μπει ένα τέλος στην υποθήκευση του μέλλοντος του ελληνικού λαού.
 

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Συμφωνία παράδοσης και υποταγής σε βάρος του ελληνικού λαού.

Συμφωνία παράδοσης και υποταγής σε βάρος του ελληνικού λαού.
Κέρκυρα, 21/02/2017
Σε μια ακόμη δραματική για τον λαό συμφωνία υποταγής και παράδοσης παραπέμπει το αποτέλεσμα του Eurogroup, τη Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου.
Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συμφώνησε ουσιαστικά σε ένα 4ο μνημόνιο: αποδέχθηκε να προ-νομοθετήσει μέτρα πάνω από 3,6 δισ. ευρώ, χωρίς να πάρει τίποτα σε σχέση με το χρέος, χωρίς να είναι βέβαιη (τουναντίον) η ποσοτική χαλάρωση, και πάντα υπό την προϋπόθεση ότι θα εκπληρωθούν όλα τα άκρως επώδυνα προαπαιτούμενα.
Στο «κρεβάτι του Προκρούστη», μεταξύ άλλων, θα μπουν ξανά οι συντάξεις, η πλειονότητα των οποίων θα υποστεί το αργότερο το 2019 νέες μειώσεις της τάξης του 30%. Παράλληλα, θα «κουρευτεί» δραματικά το αφορολόγητο, με τους μη έχοντες να πληρώνουν για πολλοστή φορά το «μάρμαρο». Ταυτόχρονα, θα «κατεδαφιστούν» ακόμη περισσότερο οι εργασιακές σχέσεις με την απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων και τον περιορισμό της συνδικαλιστικής δράσης και, κυρίως, του απεργιακού δικαιώματος.
Το παράδοξο είναι ότι η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η συμφωνία περιλαμβάνει ως απαράβατο όρο πως δεν θα υπάρξει ούτε ένα ευρώ περισσότερο λιτότητα! Όμως, η προσπάθεια να βαπτίσουν το «κρέας σε ψάρι» και να εξαπατήσουν τον ελληνικό λαό δεν πείθει κανέναν. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με τη σιωπηρή στήριξη των υπόλοιπων μνημονιακών κομμάτων, εξαπατά πολιτικά τον ελληνικό λαό εξόφθαλμα, με το μόνο βέβαιο να είναι για μια ακόμη φορά περικοπές, περικοπές και πάλι (!) περικοπές.
Η Ελλάδα χρειάζεται να βγάλει επιτέλους από το λαιμό της, τη «θηλιά» των δανειστών. Η διαγραφή του χρέους, η μετάβαση από το ευρώ στο νέο εθνικό νόμισμα, με ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα, αποτελεί τη μοναδική, ρεαλιστική και βιώσιμη επιλογή που μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση, τα μνημόνια και τη λιτότητα και να τη θέσει σε τροχιά ανάπτυξης και παραγωγικού μετασχηματισμού, με κοινωνική δικαιοσύνη.
Το Γραφείο Τύπου

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Καμία ανοχή απέναντι στους κήρυκες του φασισμού.

Η Λαϊκή Ενότητα Κέρκυρας συμπαρίσταται στον Περιφερειάρχη Ιονίων Νήσων Θόδωρο Γαλιατσάτο.
Κέρκυρα, 16/02/2017
Η Λαϊκή Ενότητα Κέρκυρας εκφράζει την συμπαράστασή της στον Περιφερειάρχη Ιονίων Νήσων Θόδωρο Γαλιατσάτο και εναντιώνεται στην μήνυση που κατέθεσε σε βάρος του ο χρυσαυγίτης βουλευτής Αϊβατίδης με το πρόσχημα ότι δεν τον κάλεσε στον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου.
Η ΛΑΕ δηλώνει ότι φασιστικές και εγκληματικές οργανώσεις δεν έχουν θέση σε δημόσιες εκδηλώσεις και εθνικές επετείους, πόσο μάλιστα όταν πρόκειται για την επέτειο του αγώνα του λαού μας ενάντια στο φασισμό και το ναζισμό.
Καμία ανοχή και καμία νομιμοποίηση δεν χωράει απέναντι στους κήρυκες του φασισμού. Η στάση ανοχής που επιδεικνύει η κυβέρνηση απέναντί τους, όπως στα σχολεία του Περάματος ή η κοινή παρουσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας με χρυσαυγίτες βουλευτές στα νησιά του Αιγαίου, τους αποθρασύνει και τους ανοίγει τον δρόμο.
Οι εφαρμοζόμενες πολιτικές των μνημονίων, της φτώχειας, της ανεργίας και του εθνικού ξεπουλήματος ανοίγουν τον δρόμο στον φασισμό. Ο Ελληνικός λαός πρέπει να ακυρώσει αυτές τις πολιτικές.
ΠΟΤΕ ΠΙΑ ΦΑΣΙΣΜΟΣ
Το Γραφείο Τύπου

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Παράσταση κλιμακίου της ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ)

Να ελεγχθούν από το ΕΣΡ η ΕΡΤ και συγκεκριμένοι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί για τον αποκλεισμό της ΛΑΕ κατά παράβαση του Συντάγματος και των νόμων.
          Αντιπροσωπεία της ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ αποτελούμενη από τα μέλη της Πολιτικής Γραμματείας της, Δημήτρη Στρατούλη, Δέσποινα Σπανού, Αντώνη Νταβανέλο και Γιάννη Τόλιο καθώς και την Όλγα Μοσχοχωρίτου από το νομικό τμήμα της ΛΑΕ, συναντήθηκε σήμερα με τον πρόεδρο του ΕΣΡ Αθανάσιο Κουτρομάνο και τον αντιπρόεδρο Ροδόλφο Μορώνη.
          Η αντιπροσωπεία της ΛΑΕ έθεσε υπόψη του προέδρου και αντιπροέδρου του ΕΣΡ συγκεκριμένα στοιχεία για τον πλήρη και ολοκληρωτικό αποκλεισμό της ΛΑΕ, των ανακοινώσεων της και των δραστηριοτήτων του Γραμματέα του Πολιτικού Συμβουλίου της Παναγιώτη Λαφαζάνη, του ευρωβουλευτή της Νίκου Χουντή καθώς και άλλων κεντρικών στελεχών της από τα δελτία ειδήσεων και τις πολιτικές εκπομπές της δημόσιας ΕΡΤ με ευθύνη της Διοίκησης της, καθώς και από ιδιωτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, παρά τη σχετική υποχρέωσή τους, που απορρέει από τα άρθρα 5Α και 15Α του Συντάγματος και ιδιαίτερα για την ΕΡΤ και από τον ιδρυτικό νόμο της.
          Σύμφωνα με τις ανωτέρω συνταγματικές και νομικές προβλέψεις η Διοίκηση της δημόσιας ΕΡΤ οφείλει να «μεριμνά για την προβολή των συνεδριάσεων της Βουλής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, των δραστηριοτήτων των πολιτικών κομμάτων.....» και «να συμβάλει στην διασφάλιση της πολυφωνίας, στην ανεξάρτητη μετάδοση της πληροφορίας και της είδησης». Ανάλογη υποχρέωση έχουν και τα ιδιωτικά ΜΜΕ με βάση την συνταγματική αρχή της αναλογικής ισότητας και του θεσπισμένου δικαιώματος των πολιτών στην πληροφόρηση.
          Ο αποκλεισμός της ΛΑΕ από τα δημόσια και ιδιωτικά ΜΜΕ, παρότι είναι κόμμα που εκπροσωπείται στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο και για λίγους ψήφους, με 2,9%, δεν εισήλθε στη Βουλή στις εκλογές στις 20/09/2015, συνιστά ωμή παραβίαση όλων των συνταγματικών και νόμιμων υποχρεώσεων τους και ευθεία υπονόμευση της δημοκρατίας.
          Η αντιπροσωπεία της ΛΑΕ ανάφερε, επίσης, ότι σύμφωνα με εκτίμησή της υπάρχει πολιτική σκοπιμότητα για τον αποκλεισμό της από τα ΜΜΕ, επειδή διαθέτει και αγωνίζεται για μια εναλλακτική στα μνημόνια λύση, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και την έξοδο από το ευρώ και την έκδοση εθνικού νομίσματος σε συνδυασμό μ’ ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα που αποτελεί αντικείμενο μια συζήτησης απαγορευμένης δημόσια από το πολιτικό, οικονομικό και μιντιακό κατεστημένο.
          Οι εκπρόσωποι της ΛΑΕ τόνισαν ότι διεκδικούν την τήρηση της νομιμότητας από τα ΜΜΕ και την προβλεπόμενη στοιχειωδώς δίκαιη μεταχείρισή της. Επίσης, ζήτησαν από το ΕΣΡ -με βάση της αρμοδιότητες του που απορρέουν από το Σύνταγμα και τον ιδρυτικό του νόμο- να ασκήσει τον ελεγκτικό ρόλο του και να επιβάλει τις προβλεπόμενες κυρώσεις για τη μη αντικειμενική και με ίσους όρους, με βάση και την αρχή της αναλογικής ισότητας, μετάδοση πληροφοριών, όσον αφορά στις δραστηριότητες της ΛΑΕ από τη δημόσια και ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση και τους ενημέρωσαν ότι τις αμέσως επόμενες ημέρες θα καταθέσουν και έγγραφο αίτημα και καταγγελία.
Αθήνα 10/02/2017
Το Γραφείο Τύπου της ΛΑ.Ε.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Η πρόταση της ΛΑΕ για μετάβαση στο εθνικό νόμισμα.

Το φυλλάδιο της Λαϊκής Ενότητας (ΛΑ.Ε) για το πέρασμα από το ευρώ στο εθνικό νόμισμα στη βάση ενός ριζοσπαστικού προγράμματος της παράταξης παρουσίασε την Τρίτη 8/2/17 στην κατάμεστη αίθουσα της ΕΣΗΕΑ σε συνέντευξη Τύπου ο Παν. Λαφαζάνης Γραμματέας του Π.Σ της ΛΑ.Ε και τα μέλη της ΠΓ της ΛΑ.Ε Παν. Μαντάς, Παν. Σωτήρης, Μαρ. Τσίχλη και Γιάννης Τόλιος.
Ολόκληρο το κείμενο του φυλλαδίου της ΛΑ.Ε έχει ως εξής:
ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ
ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ, ΧΩΡΙΣ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΛΙΤΟΤΗΤΑ, ΜΕ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Τα ευρωπαϊκά και διεθνή κέντρα του κατεστημένου και κυρίως το εγχώριο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο ασκούν πλύση εγκεφάλου και τρομοκρατούν τον ελληνικό λαό, παρουσιάζοντας ως καταστροφή την εγκατάλειψη του ευρώ και τη μετάβαση της Ελλάδας σε εθνικό νόμισμα.
Με το φυλλάδιο αυτό η Λαϊκή Ενότητα (ΛΑ.Ε) επιχειρεί με σύντομο και όσο το δυνατό πιο εύληπτο τρόπο να αναδείξει και να θέσει σε συζήτηση τα βήματα και τα μέτρα της μετάβασης της Ελλάδας στο εθνικό νόμισμα, στη βάση ενός ριζοσπαστικού προγράμματος. Να αναδείξει, επίσης, ότι αυτή η μετάβαση από το ευρώ στο νέο εθνικό νόμισμα με ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα αποτελεί μια ρεαλιστική και βιώσιμη επιλογή και ότι είναι η μόνη που μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση, τα μνημόνια και τη λιτότητα και να τη θέσει σε τροχιά ανάπτυξης και παραγωγικού μετασχηματισμού με κοινωνική δικαιοσύνη.
Για να προχωρήσει η χώρα μας στην καθιέρωση εθνικού νομίσματος είναι αναγκαία τα εξής βήματα, τα οποία χρειάζεται να υλοποιηθούν άμεσα.
ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ
ΠΡΩΤΟΝ: Η Τράπεζα της Ελλάδας περιέρχεται σε δημόσια ιδιοκτησία, τελεί υπό εθνικό και κοινωνικό έλεγχο, αποκτά πλήρως και κατ’ αποκλειστικότητα το προνόμιο να εκδίδει εθνικό νόμισμα και η πολιτική της κινείται στο πλαίσιο που χαράσσει η κυβέρνηση και η πολιτική της.
ΔΕΥΤΕΡΟΝ: H χώρα αποκαθιστά την νομισματική της κυριαρχία, η οποία εκ των πραγμάτων αποτελεί το θεμέλιο και ένα μεγάλο βήμα για την κατάκτηση της εθνικής της κυριαρχίας. Η κυβέρνηση ασκεί κυρίαρχα και κάτω από κοινωνικό έλεγχο τη νέα εθνική νομισματική πολιτική της χώρας σε όλες τις εκφάνσεις της, λαμβάνοντας υπόψη της την γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδας.
ΤΡΙΤΟΝ: Θεσμική ρύθμιση αυξημένης ισχύος κατοχυρώνει ότι η νομισματική πολιτική της χώρας ασκείται με κύρια κριτήρια την ανάπτυξη, την ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης και την διεύρυνση των θέσεων εργασίας στην κατεύθυνση της πλήρους απασχόλησης.
ΤΕΤΑΡΤΟΝ: Η κυβέρνηση μετά από γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδας καθορίζει την ισοτιμία μετατροπής του ευρώ στο νέο εθνικό νόμισμα.
Αυτή καθ’ αυτή η ισοτιμία, σε όποιο μέτρο και αν καθοριστεί δεν επηρεάζει την λειτουργία της οικονομίας. Για πρακτικούς και μόνο λόγους και αποκλειστικά για τις ανάγκες του παρόντος, ορίζουμε ως ισοτιμία μετατροπής το ένα ευρώ προς μια μονάδα νέου εθνικού νομίσματος.
ΠΕΜΠΤΟΝ: Με νομοθετική διάταξη το ευρώ αποσύρεται και το νέο εθνικό νόμισμα τίθεται σε υποχρεωτική κυκλοφορία. Με βάση το νέο αυτό εθνικό νόμισμα πραγματοποιούνται όλες οι εγχώριες οικονομικές λειτουργίες και συναλλαγές.
H OIKONOMIA ΣΤΟΝ ΡΥΘΜΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ
Στο πλαίσιο αυτών των ρυθμίσεων και στην βάση της επίσημης ισοτιμίας του νέου εθνικού νομίσματος προς το ευρώ:
·         Τα ευρώ που κατέχουν οι πολίτες και τα νομικά πρόσωπα μετατρέπονται μέσω των τραπεζών σε εθνικό νόμισμα.
·         Όλες οι καταθέσεις στις τράπεζες μετατρέπονται στο νέο εθνικό νόμισμα, ενώ τα ευρώ που κατέχουν οι τράπεζες (σε κέρματα και χαρτονομίσματα) αποθεματοποιούνται στην Κεντρική Τράπεζα για την ενίσχυση των συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας. Το κράτος με ειδική νομοθετική ρύθμιση αυξημένης ισχύος εγγυάται πλήρως και απολύτως όλες τις καταθέσεις στις τράπεζες και μεριμνά για την ασφάλεια και την καλύτερη δυνατή απόδοση τους.
·         Όλοι οι μισθοί και οι συντάξεις, από την ώρα θέσπισης του εθνικού νομίσματος, καταβάλλονται στο νέο εθνικό νόμισμα με βάση τη θεσμοθετούμενη ισοτιμία (π.χ μισθωτός που λάμβανε 800 ευρώ μισθό καθαρά, τώρα θα λαμβάνει 800 μονάδες νέου εθνικού νομίσματος, συνταξιούχος που λάμβανε 800 ευρώ σύνταξη, τώρα θα λαμβάνει σύνταξη 800 νέες μονάδες εθνικού νομίσματος).
·         Όλες οι δανειακές υποχρεώσεις κάθε μορφής και ειδικότερα προς τις τράπεζες καθώς και οι υποχρεώσεις προς το δημόσιο, στενό και ευρύτερο, ιδιωτών και νομικών προσώπων, μετατρέπονται στο νέο εθνικό νόμισμα, στη βάση των ίδιων συμβάσεων χωρίς επιβαρύνσεις. Πολίτης, για παράδειγμα, που οφείλει στην τράπεζα 1.000 ευρώ, θα οφείλει 1.000 μονάδες νέου εθνικού νομίσματος, με την ίδια δανειακή σύμβαση. Πολιτική μας είναι να εφαρμόσουμε, όπως εξηγούμε παρακάτω, ευρεία διαγραφή (σεισάχθεια) και γενναία ρύθμιση των ιδιωτικών χρεών.
·         Οι τιμές στην αγορά μετατρέπονται σε εθνικό νόμισμα, αναγράφονται εις διπλούν για ένα ικανό χρονικό διάστημα, ενώ γίνεται αυστηρότατος έλεγχος με βαρύτατες κυρώσεις απέναντι σε φαινόμενα παράνομων συναλλαγών και αισχροκέρδειας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομία, με το νέο εθνικό νόμισμα, εισέρχεται ομαλά σε μια νέα λειτουργία που θα επιτρέψει να εφαρμοσθεί μια νέα ριζοσπαστική πολιτική ανασυγκρότησης και μετασχηματισμού της οικονομίας.
ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ;
Η εισαγωγή του εθνικού νομίσματος είναι επίκαιρη και εξαιρετικά αναγκαία, διότι:
H Ελλάδα, μέσα στην ευρωζωνική φυλακή και στο πλαίσιο της ”ενιαίας αγοράς” της ΕΕ, όχι μόνο δεν μπορεί να σταθεί οικονομικά και κοινωνικά όρθια αλλά και χάνει ακατάπαυστα έδαφος από ισχυρότερες και πιο ”ανταγωνιστικές” οικονομίες και πρώτα απ’ όλα την Γερμανία.
Η νεοφιλελεύθερη μονεταριστική δομή και η φιλοσοφία της ευρωζώνης δεν ευνοεί τις συγκλίσεις ανάμεσα στις άνισες οικονομίες, με διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας και αποδοτικότητας που συμμετέχουν στον ευρωζωνικό χώρο. Αντίθετα, ενισχύει τις ανισότητες και τις αποκλίσεις, ενώ εκ των πραγμάτων καθιστά σφοδρότερους τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς.
Το εθνικό νόμισμα μέσα σε αυτές τις συνθήκες που κυριαρχούν στην ευρωζώνη γίνεται απόλυτα αναγκαίο και αναντικατάστατο εργαλείο για τη χώρα μας. Γίνεται απαραίτητο και αναντικατάστατο, επίσης, και για ένα πολύ σημαντικό πρόσθετο λόγο. Διότι οι εργαζόμενες λαϊκές τάξεις στην Ελλάδα πνίγονται από ένα παράνομο, απεχθές, επονείδιστο και κυρίως μη βιώσιμο χρέος, στο όνομα του οποίου λαμβάνονται από το κράτος πιστώσεις από ΕΕ και ΔΝΤ, οι οποίες διατίθενται αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του και συνοδεύονται από αποτυχημένα μνημονιακά προγράμματα λιτότητας και καταλήστευσης που πλήττουν βάναυσα το λαό και καταστρέφουν τον τόπο.
Η εισαγωγή εθνικού νομίσματος θα βοηθήσει την την ελληνική οικονομία να απεμπλακεί από τον άνισο και εξουθενωτικό ανταγωνισμό που υφίσταται εντός της ευρωζώνης, χωρίς να έχει καμιά δυνατότητα να τον αντιμετωπίσει εντός της, παρά μόνο περικόπτοντας τις κοινωνικές δαπάνες και εξανεμίζοντας τους μισθούς της εργατικής τάξης, συνολικά των εργαζομένων και συνταξιούχων.
Το κυριότερο, όμως και πιο επίκαιρο: η εισαγωγή του εθνικού νομίσματος είναι αναντικατάστατη προϋπόθεση για να μπορέσει η χώρα να σταθεί στα πόδια της χωρίς τις πιστώσεις (δόσεις) της ΕΕ και του ΔΝΤ και χωρίς την ρευστότητα της ΕΚΤ προς τις εγχώριες τράπεζες, πράγματα που συνιστούν θανάσιμα εργαλεία επιβολής και εκβιασμών των πιστωτών, όπως είδαμε παλιότερα στην Κύπρο και τον Ιούλιο του 2015 στη χώρα μας, με το κλείσιμο της στρόφιγγας από την ΕΚΤ προς το τραπεζικό σύστημα.
Επομένως, το εθνικό νόμισμα, δίνοντας την ρεαλιστική δυνατότητα στη χώρα να απεμπλακεί από τις πιστώσεις ΕΕ, ΕΚΤ και ΔΝΤ, μας επιτρέπει κάτι που συνιστά ζήτημα επιβίωσης για τη χώρα είναι αδύνατο να επιτευχθεί μέσα στην ευρωζώνη: να προχωρήσουμε αποφασιστικά στην απαλλαγή μας από τα μνημόνια και στη διαγραφή του χρέους με όπλο την αμετάκλητη διακοπή αποπληρωμής του, χωρίς οι τράπεζες και η οικονομία να διατρέχουν τον κίνδυνο κατάρρευσης λόγω των εκβιαστικών μεθοδεύσεων των πιστωτών.
Αντίθετα, με αυτές τις επιλογές της ακύρωσης και εγκατάλειψης των μνημονίων, της διαγραφής του χρέους και του εθνικού νομίσματος, οικονομία και τράπεζες μπορούν να στηριχτούν και να ανακάμψουν σε όφελος του τόπου και του λαού.
Το εθνικό νόμισμα, απαραίτητος όρος για τη διαγραφή του χρέους, θα επιτρέψει, ταυτόχρονα, στο δημόσιο να προχωρήσει στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών τόσο για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στο νέο ρόλο τους χωρίς την ρευστότητα της ΕΚΤ όσο και κυρίως για να μπορέσουν να προχωρήσουν σε μια αποφασιστική πολιτική που θα αντιμετωπίζει ριζοσπαστικά σε όφελος των δανειοληπτών το άγος των δυσβάσταχτων ιδιωτικών χρεών, τα οποία στραγγαλίζουν την οικονομία μας.
Οι τράπεζες, επίσης, με την μετατροπή των χρημάτων της ανακεφαλαιοποίησης σε μετοχές, μέσω αύξησης του μετοχικού τους κεφαλαίου, θα φύγουν από τα ληστρικά χέρια του ιδιωτικού κεφαλαίου και των fund, θα περάσουν στη δημόσια ιδιοκτησία και εθνικοποιημένες θα τεθούν υπό κοινωνικό έλεγχο, με στόχο να εφαρμόσουν μια εντελώς διαφορετική χρηματοπιστωτική πολιτική με αποκλειστικά αναπτυξιακά, παραγωγικά, επενδυτικά και κοινωνικά κριτήρια.
Στη βάση αυτή και στο πλαίσιο της νέας εθνικής νομισματικής πολιτικής, οι τράπεζες θα μπορέσουν να προχωρήσουν, βάση κριτηρίων και ελέγχων, την ευρεία “σεισάχθεια” (διαγραφή) χρεών για τα πιο αδύνατα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις. Αλλά και τη γενναία ρύθμιση των δανείων των υπόλοιπων επιχειρήσεων μετά από σε βάθος διαχειριστικό έλεγχο προσώπων και εταιρειών. Ταυτόχρονα η διαγραφή ή απομείωση του χρέους των μεγάλων επιχειρήσεων, εφ όσον απαιτηθεί για να κρατηθούν και να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας, θα προχωρήσει με τη ανάλογη συμμετοχή των εθνικοποιημένων τραπεζών στο μετοχικό κεφάλαιο τους έναντι του διαγραφόμενου χρέους.
Χωρίς εθνικό νόμισμα, η οποιαδήποτε απόπειρα απομείωσης του χρέους και απεμπλοκής της χώρας από τα μνημόνια, τη λιτότητα και την υποτέλεια είναι μάταιη υπόθεση και η επαγγελία της εξαπάτηση και δημαγωγία.
ΤΙ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΠΕΤΥΧΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ;
Για την ΛΑ.Ε το εθνικό νόμισμα δεν είναι αυτοσκοπός ούτε φετίχ. Δεν συνιστά απλώς μια διαφορετική, εθνική τώρα, νομισματική μονάδα για να συνεχίσουμε με άλλη μορφή τις ίδιες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, να υπηρετήσουμε τα ίδια ολιγαρχικά κεφαλαιακά συμφέροντα, τις ίδιες αμαρτωλές διαπλεκόμενες σχέσεις, τις ίδιες πελατειακές λογικές, τα ίδια παρασιτικά κυκλώματα και τις ίδιες πρακτικές της μίζας και της διαφθοράς.
Το εθνικό νόμισμα, αντίθετα, αποτελεί για μας ένα εργαλείο, μια αφετηρία, μια πρόκληση και μια ευκαιρία για να καταστήσουμε, σε συνδυασμό με την εφαρμογή του συνολικού αλληλοεξαρτώμενου μεταβατικού μας προγράμματος, όλες αυτές τις καταστάσεις παρελθόν. Για να κάνουμε παρελθόν την μνημονιακή υποδούλωση, την ευρωζωνική επιτροπεία και ένα μη βιώσιμο χρέος. Για να καταργήσουμε την λιτότητα, να καταπολεμήσουμε τη φτώχεια και την ανεργία, να διασφαλίσουμε ως δημόσιες και καθολικές τις κοινωνικές ανάγκες σε υγεία – παιδεία – πολιτισμό Για να σταματήσουμε το ξεπούλημα της χώρας, να εθνικοποιήσουμε τις στρατηγικές επιχειρήσεις και να προχωρήσουμε στον παραγωγικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας, πράγματα απαγορευτικά μέσα στην ευρωζώνη και στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης ΕΕ.
ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ, ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΠΡΩΤΟΝ: Με το εθνικό νόμισμα μπορούμε να ενισχύσουμε την εθνική παραγωγική βάση και την αποδοτικότητα (ανταγωνιστικότητα) της ελληνικής οικονομίας, απαντώντας στην ανάγκη να προσφέρουμε ένα μεγάλο κύμα ρευστότητας στην οικονομία και την κοινωνία με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους.
Με το εθνικό νόμισμα θα μπορέσουμε, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, να αξιοποιήσουμε τη δυνατότητα, για να παράσχουμε ισχυρή ρευστότητα στην οικονομία και την κοινωνία με ευνοϊκούς όρους και πολύ χαμηλά επιτόκια, δυνατότητα η οποία δεν υφίσταται εντός ευρώ.
Αυτήν την δυνατότητα ισχυρής ρευστότητας, θέλουμε να την κατευθύνουμε τόσο στην οικονομία για παραγωγικές επενδύσεις όσο και στην κοινωνία για την καταπολέμηση της φτώχειας, την στήριξη κοινωνικών αναγκών και κρίσιμων κοινωνικών τομέων.
Ειδικότερα το εθνικό εκδοτικό προνόμιο και ο εθνικός έλεγχος της νομισματικής πολιτικής θα αξιοποιηθούν για να χρηματοδοτήσουν μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος και μέσω των εθνικοποιημένων τραπεζών ένα μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα στη χώρα τόσο στο σκέλος των δημοσίων επενδύσεων όσο και στην χρηματοδοτική στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων..
Αναφερόμαστε σε ένα νέο ευρύτατο σε μέγεθος και ποικιλία, ποιοτικά προσανατολισμένο και κάτω από ουσιαστικό δημοκρατικό και κοινωνικό έλεγχο χρηματοδοτικό πρόγραμμα με πολύ χαμηλά επιτόκια, τα οποία θα καθορίζονται στο πλαίσιο ενός κυβερνητικού αναπτυξιακού σχεδιασμού. Ένα χρηματοδοτικό πρόγραμμα που εκτός των άλλων θα αποβλέπει σε ένα διπλάσιο, τουλάχιστον, παραγωγικά επανασχεδιασμένο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Σε ένα ευρύτατο πρόγραμμα στήριξης της αγροτιάς και αναβάθμισης της πρωτογενούς παραγωγής, και σε ένα μεγάλο χρηματοδοτικό πρόγραμμα για επενδύσεις των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που θα στοχεύουν την παραγωγική και τεχνολογική αναβάθμιση της χώρας, την αύξηση των θέσεων εργασίας, την στήριξη και διεύρυνση των εργατικών κατακτήσεων. Στο πλαίσιο αυτό ιδιαίτερη προσπάθεια θα επιδειχθεί για την ανασυγκρότηση επιχειρήσεων υπό δημόσιο έλεγχο και τη στήριξη συνεταιριστικών και συνεργατικών επιχειρήσεων και βεβαίως επιχειρήσεων που οι καινοτόμες, τεχνολογικά σύγχρονες, οργανωτικές επιδόσεις τους υποβοηθούν τον δημοκρατικό αναπτυξιακό σχεδιασμό και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας.
Το εκδοτικό προνόμιο και ο εθνικός έλεγχος της νομισματικής πολιτικής θα αξιοποιηθούν, ταυτόχρονα, στο έπακρο για να στηρίξουν και να ενισχύσουν την κοινωνική Ελλάδα και τον κοινωνικό προϋπολογισμό. Το εθνικό νόμισμα και η νέα επεκτατική νομισματική πολιτική θα αξιοποιηθούν για να ανακεφαλαιοποιήσουν τα ασφαλιστικά ταμεία, θα στηρίξουν και θα ενισχύσουν μισθούς και συντάξεις, πρώτα απ’ όλα τον κατώτατο μισθό, την κατώτατη σύνταξη, θα χρησιμοποιηθούν για την κοινωνική στήριξη των αδυνάτων και των ΑΜΕΑ για την καταπολέμηση της φτώχειας και την ενίσχυση των κοινωνικών δαπανών.
Ο κρατικός προϋπολογισμός μιας Ελλάδας με εθνικό νόμισμα, απαλλαγμένος από τα δεσμά της δημοσιονομικής λιτότητας, από τον στραγγαλισμό των υπέρογκων πρωτογενών πλεονασμάτων και τις περιοριστικές προδιαγραφές του Συμφώνου Σταθερότητας και έχοντας τη δυνατότητα νομισματικής αναχρηματοδότησης των ελλειμμάτων του με ιδιαίτερα ευνοϊκούς και προνομιακούς όρους, μπορεί, στη βάση μιας μεγάλης διοικητικής μεταρρύθμισης του κράτους και συνολικά της δικής μας πρότασης, να αναδειχθεί ως ο μεγάλος κεντρικός μοχλός για το παραγωγικό μετασχηματισμό, την αποδοτική αναδιαμόρφωση της οικονομίας και την κοινωνική δικαιοσύνη.
ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ: ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΒΙΩΣΙΜΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ
ΔΕΥΤΕΡΟΝ: Στη βάση του εθνικού νομίσματος θα εφαρμόσουμε μια ευέλικτη συναλλαγματική πολιτική, που θα λαμβάνει υπόψη της τα εγχώρια οικονομικά δεδομένα, ειδικότερα τις εξελίξεις στο ισοζύγιο πληρωμών αλλά και τις ευρωπαϊκές και διεθνείς συγκυρίες.
Αυτή η εθνική συναλλαγματική πολιτική δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να διακατέχεται από κανένα δογματισμό ή προκατασκευασμένα σχήματα, θα πρέπει να διαμορφώνεται και να εξελίσσεται μέσα από διευρυμένο και ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο και να έχει ως αποκλειστικό γνώμονα της ανάπτυξη στη χώρα, την διεύρυνση των θέσεων εργασίας με στόχο την πλήρη απασχόληση και την προώθηση ενός νέου δίκαιου και βιώσιμου οικονομικού προτύπου.
Τα κατεστημένα κέντρα κινδυνολογούν με μια ενδεχόμενη επιλογή υποτίμησης του εθνικού νομίσματος και μιλούν για καταστροφικές επιπτώσεις, προεξοφλώντας, μάλιστα, ότι αυτή η υποτίμηση θα προσλάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις με συνέπεια η χώρα να παρουσιάσει, τάχα, ελλείψεις σε πρώτες ύλες, αναγκαία είδη διατροφής, φάρμακα κλπ, ελλείψεις που, έτσι κι αλλιώς, τις θεωρούν δεδομένες με εθνικό νόμισμα.
Αυτή η κινδυνολογία δεν έχει καμιά απολύτως βάση και είναι παντελώς αστήρικτη.
Εάν κριθεί αναγκαίο, για το συμφέρον της οικονομίας και του ελληνικού λαού είναι ενδεχόμενο να επιλεγεί σε κάποια χρονική στιγμή μια περιορισμένη και σχεδιασμένη υποτίμηση του νομίσματος.
Αυτή η υποτίμηση θα αποβλέπει στην αξιοποίηση από τη χώρα ενός εργαλείου που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέσα στο ευρώ, με στόχο να τονωθεί η εγχώρια παραγωγή και η οικονομία, ιδιαίτερα σε στοχευμένους κλάδους και με έλεγχο για την επίτευξη μετρήσιμων στόχων, προκειμένου να εφαρμοσθεί ένας ευρύτερος σχεδιασμός οικονομικής ανάπτυξης.
Μια ενδεχόμενη υποτίμηση, σε μια οικονομία όπως η δική μας, η οποία, κάτω από την μπότα των μνημονίων, βρίσκεται επί πολλά χρόνια σε ύφεση και στασιμότητα, έχει μεγάλη ανεργία και αργό και ανεκμετάλλευτο αλλά εν δυνάμει αποδοτικό, παραγωγικό δυναμικό, εφ’ όσον σε κάποια στιγμή κριθεί σκόπιμη, θα έχει θετικό ισοζύγιο οικονομικοκοινωνικών επιπτώσεων.
Μια περιορισμένη και λογική υποτίμηση, εφ’ όσον χρειαστεί και κριθεί σκόπιμη, θα αποτελεί μια θετική και όχι αμυντική, επιλογή, που θα έχει ως στόχο να ενισχύσει και να δώσει ώθηση στο υπό εφαρμογή αναπτυξιακό σχέδιο της χώρας.
Μια τέτοια υποτίμηση θα βοηθήσει ουσιωδώς να γίνουν σχετικά πιο φτηνά τα εγχώρια και πιο ακριβά τα εισαγόμενα προϊόντα και επομένως θα βοηθήσει στην τόνωση της εθνικής παραγωγής, στην υποκατάσταση εισαγωγών από εγχώρια παραγωγή, στην ενίσχυση των εξαγωγών, την ενδυνάμωση του τουριστικού ρεύματος, και στη σημαντική και συνολική αύξηση της απασχόλησης, υποστηρίζοντας, έτσι, την σχεδιασμένη προσπάθεια που πρέπει να καταβληθεί ώστε η χώρα να μπει σε μια νέα αναπτυξιακή τροχιά και στη διαμόρφωση ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου.
Μια περιορισμένη και λογική υποτίμηση, στο πλαίσιο μιας οικονομίας που βρίσκεται επί χρόνια σε ύφεση, θα έχει μικρές και φθίνουσες συνέπειες στον πληθωρισμό, οι οποίες σε κάθε περίπτωση θα διασφαλισθεί να μην έχουν καμιά αρνητική συνέπεια στους μισθούς και τις συντάξεις. Οι μισθοί και οι συντάξεις, άλλωστε, θα ενισχυθούν έτσι και αλλιώς στη βάση των νέων πολιτικών κατά της λιτότητας, οι οποίες θα εφαρμοσθούν με την υποβοήθηση του εθνικού νομίσματος.
Από μια υποτίμηση με αυτά τα χαρακτηριστικά δεν πρόκειται να σημειωθεί, όπως λέγεται, κάποια υποτιθέμενη αθρόα και επιζήμια εισαγωγή κερδοσκοπικών κεφαλαίων στη χώρα, πολύ περισσότερο που παράλληλα με την εισαγωγή εθνικού νομίσματος θα εφαρμοσθεί ουσιαστικός έλεγχος στην κίνηση κεφαλαίων από την χώρα στο εξωτερικό και αντιστρόφως, προς αποτροπή επιζήμιων μεθοδεύσεων σε βάρος του νομίσματος και της εθνικής οικονομίας.
Ο έλεγχος αυτός δεν θα έχει καμιά σχέση με τους σημερινούς περιορισμούς στις τραπεζικές συναλλαγές (Capital Control) και την άντληση χρημάτων από τις τράπεζες. Αντίθετα, με την εισαγωγή του εθνικού νομίσματος οι συναλλαγές με τις τράπεζες, το άνοιγμα λογαριασμών και οι αναλήψεις θα είναι απόλυτα ελεύθερες και δεν θα τελούν υπό κανένα περιορισμό.
Δεν έχει την παραμικρή βάση η ευρώπληκτη προπαγάνδα η οποία διατείνεται ότι με την εισαγωγή του εθνικού νομίσματος θα ακολουθήσει ανεξέλεγκτη υποτίμηση του και ακόμα χειρότερα θα παρουσιαστούν, έτσι κι αλλιώς, ελλείψεις και μάλιστα τεράστιες, πρώτων υλών, φαρμάκων, πετρελαίου, τροφίμων κλπ. Πολύ περισσότερο δεν έχει καμιά επαφή με την πραγματικότητα ο ισχυρισμός, που συχνά ακούγεται, πως η Ελλάδα δεν μπορεί να μεταβεί σε εθνικό νόμισμα γιατί δεν παράγει τίποτα.
Κατ’ αρχάς η διαδεδομένη πεποίθηση πως η Ελλάδα, παρά την μεγάλη παραγωγική υποβάθμιση που υπέστη ιδιαίτερα τα χρόνια του ευρώ, έχει καταντήσει παραγωγική έρημος, δεν είναι σωστή. Η Ελλάδα διαθέτει ακόμα, παρά τα βαριά πλήγματα που έχει υποστεί από τις ασκούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές και την ευρωζωνική πίεση, μια αξιοσημείωτη παραγωγική βάση και σημαντικές υποδομές. Το εθνικό νόμισμα στη βάση ενός ριζοσπαστικού προγράμματος όχι μόνο επιβάλλεται αλλά και καθίσταται απόλυτα αναγκαίο ακριβώς για να ανακόψει την παραγωγική συρρίκνωση, να ενθαρρύνει την παραγωγική ανάκαμψη του τόπου σε όφελος της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας και στο πλαίσιο ενός νέου οικονομικού και κοινωνικού προτύπου.
Πέραν των πολλών άλλων, θα πρέπει να τονίσουμε ακόμα, ότι, μετά από πολλά χρόνια, το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών της χώρας, κυρίως λόγω μνημονιακών πιέσεων, είναι ισοσκελισμένο ή και πλεονασματικό. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα του εθνικού νομίσματος θα μπορεί, με τις συναλλαγματικές εισπράξεις που θα αποκομίζει από τις εξαγωγές της, το τουριστικό συνάλλαγμα και σειρά άλλων συναλλαγματικών εσόδων, να αποπληρώνει όλες τις εισαγωγές που πραγματοποιεί στα σημερινά επίπεδα. Και αυτή η θετική αποτίμηση θα καταστεί πιο ευνοϊκή αφού το εθνικό νόμισμα με την εισαγωγή του και την πολιτική που θα ακολουθήσουμε θα προσδώσει ώθηση στην παραγωγή και στις εξαγωγές της χώρας, ενώ θα μειώσει και θα υποκαταστήσει τις εξαγωγές με εγχώρια παραγόμενα αγαθά και προσφερόμενες υπηρεσίες. Τέλος ο συνδυασμός ισορροπημένου ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών και η εφαρμογή ουσιαστικών ελέγχων στις εισροές και εκροές κεφαλαίων, ιδίως για βραχυπρόθεσμες κερδοσκοπικές επενδύσεις περιορίζει σημαντικά τους κινδύνους κερδοσκοπικών επιθέσεων που θα μπορούσαν να θέσουν σε ανεπιθύμητη τροχιά το εθνικό μας νόμισμα, ενώ ευκαιριακές διακυμάνσεις στην ζήτηση και προσφορά εθνικού νομίσματος είναι διαχειρίσιμες με τα υπάρχοντα συναλλαγματικά αποθέματα. Αυτονόητο είναι ότι τα αποθέματα χρυσού της χώρας μας πρέπει να έλθουν και να φυλάσσονται στην πατρίδα μας.
ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ, ΒΑΘΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ, ΑΣΦΑΛΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΗ
Με το παρόν φυλλάδιο επιχειρήσαμε να σκιαγραφήσουμε πολύ συνοπτικά την πορεία μετάβασης στο εθνικό νόμισμα με βάση το ριζοσπαστικό μας πρόγραμμα. Με το φυλλάδιο αυτό δεν κλείνουμε αλλά επιχειρούμε να δώσουμε μια νέα ώθηση στην επεξεργασία και την συζήτηση για το πέρασμα από το ευρώ στο εθνικό νόμισμα, συζήτηση που στην ουσία δεν επετράπη να γίνει ποτέ από τα μέσα ενημέρωσης. Η επεξεργασία που καταθέτουμε δεν κλείνει αλλά ανοίγουμε ένα κεφάλαιο κοινωνικού διαλόγου για τη συνέχιση της.
Ο δρόμος του εθνικού νομίσματος στη βάση ενός ριζοσπαστικού προγράμματος, όπως αυτό που προτείνει η ΛΑ.Ε., ανταποκρίνεται στα συμφέροντα και τις προοπτικές της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, πρώτα απ’ όλα της εργατικής τάξης και συνολικά του κόσμου της εργασίας. Εξυπηρετεί τις ανάγκες των ανέργων για την εξεύρεση δουλειάς με πλήρη δικαιώματα. Τα συμφέρονται της νεολαίας για ένα καλύτερο μέλλον στην πατρίδα μας. Τα συμφέροντα της μικρομεσαίας αγροτιάς και των μικρομεσαίων στρωμάτων της κοινωνίας μας, όποια δραστηριότητα κι ασκούν. Ο δρόμος του εθνικού νομίσματος στη βάση ενός ριζοσπαστικού προγράμματος, όπως αυτό που προτείνει η ΛΑ.Ε, θα πλήξει μόνο μια κεφαλαιακή ολιγαρχία συνδεδεμένη με τα ευρωπαϊκά και διεθνή ιμπεριαλιστικά οικονομικά και πολιτικά κέντρα.
Αντίθετα, η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα και ένα μεταβατικό προοδευτικό πρόγραμμα μετασχηματισμών με σοσιαλιστικό ορίζοντα, σαν και αυτό που προτείνουμε, είναι μια πορεία βιώσιμη, που διασφαλίζει την έξοδο από την κρίση, μειώνει δραστικά τις ανισότητες και την ανεργία και διαμορφώνει ένα νέο παραγωγικό και αποδοτικό οικονομικό πρότυπο.
Η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα για την εφαρμογή ενός ριζοσπαστικού προγράμματος είναι μια πορεία συμμετοχής και μεγάλων ενωτικών εργατικών και λαϊκών αγώνων. Είναι μια πορεία μεγάλων οικονομικών και δημοκρατικών μετασχηματισμών. Είναι μια πορεία σύγκρουσης και ρήξης με τους νεοφιλελεύθερους κανόνες της ΕΕ, σύγκρουση και ρήξη που ανοίγει τις διαδικασίες, με την θέληση και τους αγώνες του λαού, για την αποδέσμευση και την έξοδο της χώρας και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι, τέλος, μια πορεία εφαρμογής μιας νέας πολυδιάστατης στρατηγικής εξωτερικών και διεθνών οικονομικών προσανατολισμών, η οποία θα θωρακίζει και θα ενισχύει τους νέους δρόμους της χώρας.
Το έπαθλο της νικηφόρας αυτής πορείας θα είναι μια νέα Ελλάδα κυρίαρχη, ασφαλής, ανεξάρτητη, βαθύτατα δημοκρατική, κοινωνικά δίκαιη και ευημερούσα.
Μια Ελλάδα που για πρώτη φορά ο λαός της θα είναι κυρίαρχος στην χώρα μας και με συμμέτοχο τα νιάτα της πατρίδας μας, θα κτίζει ένα μέλλον αντάξιο των προσδοκιών τους.
Το Γραφείο Τύπου της ΛΑ.Ε

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Νίκος Χουντής: Να ακυρωθεί η σύμβαση παραχώρησης των 14 Περιφερειακών Αεροδρομίων.


Νίκος Χουντής: Να ακυρωθεί η σύμβαση παραχώρησης των 14 Περιφερειακών Αεροδρομίων.
Κέρκυρα, 08/02/2017
Την ακύρωση της σύμβασης παραχώρησης των 14 περιφερειακών αεροδρομίων προτείνει με τροπολογία ο ευρωβουλευτής της Λαϊκής Ενότητας, Νίκος Χουντής, στην Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου.
Με πρωτοβουλία του ευρωβουλευτή της Λαϊκής Ενότητας, Νίκου Χουντή, και την υποστήριξη της Ευρωομάδας της Αριστεράς (GUE/NGL), κατατέθηκε προς ψήφιση στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τροπολογία που ζητά την ακύρωση της σύμβασης παραχώρησης των 14 κερδοφόρων περιφερειακών αεροδρομίων της Ελλάδας.
Με αφορμή την κατάθεση της τροπολογίας ο Νίκος Χουντής δήλωσε:
«Ο αγώνας ενάντια στην ιδιωτικοποίηση και το ξεπούλημα των 14 κερδοφόρων περιφερειακών αεροδρομίων συνεχίζεται. Ζητάμε την ακύρωση της σύμβασης παραχώρησης που βλάπτει το εθνικό και δημόσιο συμφέρον, τις τοπικές κοινωνίες, αλλά και τους εργαζόμενους. Καλώ όλους τους συναδέλφους μου, αλλά ιδιαίτερα τους Έλληνες, να υπερψηφίσουν την σχετική τροπολογία στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου».
Συγκεκριμένα η τροπολογία που κατατέθηκε προς ψήφιση, στο πλαίσιο της Έκθεσης σχετικά με τη Στρατηγική για τις αερομεταφορές στην Ευρώπη, έχει ως εξής:
«Επισημαίνει ότι στην Ελλάδα, η στρατηγική σημασία που έχουν τα μικρά και περιφερειακά αεροδρόμιά ως μοχλοί ανάπτυξης για την τοπική οικονομία και την τοπική κοινωνία, θίγεται από την σύμβαση παραχώρησης των 14 κερδοφόρων περιφερειακών αεροδρομίων μεταξύ της χώρας και της Fraport AG - Slentel Ltd, η υπογραφή της οποίας ήταν προϋπόθεση του 3ου Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής. Υπογραμμίζει ότι οι όροι της σύμβασης παραχώρησης η οποία είναι αποτέλεσμα  πολιτικής πίεσης κατά ενός Κράτους Μέλους, βλάπτουν το δημόσιο συμφέρον και τους εργαζόμενους, απειλούν την συνδεσιμότητα, την εδαφική συνοχή, την κοινωνική ένταξη και τη νησιωτικότητα και δεν συνάδουν με τους κανόνες της ΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων και δικαίου του ανταγωνισμού και κατά συνέπεια ζητά την ακύρωση της»
Η ψηφοφορία θα λάβει χώρα στην επόμενη Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου την Πέμπτη 16/02, στο Στρασβούργο.
Το Γραφείο Τύπου