Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Προς μια αντιδραστική ή προς μια αντιδραστικότερη συνταγματική αναθεώρηση;

Προς μια αντιδραστική ή προς μια αντιδραστικότερη συνταγματική αναθεώρηση;

του Στέφανου Σαμοΐλη *

Οι προτάσεις συνταγματικής αναθεώρησης έχουν πάντα εκτός από τον κρίσιμο θεσμικό τους ρόλο και ένα ρόλο πολιτικό, ρόλο πολιτικής παρέμβασης μέσα στην συγκυρία. Υπό αυτή την έννοια η πιο εύκολη κριτική που μπορεί κανείς να κάνει είναι ότι το άνοιγμα μια συζήτησης για την αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί μια προσπάθεια μετατόπισης της πολιτικής ατζέντας από την επιβολή νέου επαίσχυντου μνημονίου, το οποίο στηρίζεται στην πραγματικότητα από όλα τα κόμματα της Βουλής.
Eίναι επίσης δεδομένο ότι αν ανοίξει η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης στην παρούσα Βουλή και ψηφισθούν τα προς αναθεώρηση άρθρα με 180 ψήφους, τότε η επόμενη Βουλή –στην οποία δεν θα πλειοψηφεί ο ΣΥΡΙΖΑ- θα μπορεί να τα αναθεωρήσει με τον τρόπο που εκείνη θέλει με 151 ψήφους.
Όμως, ακόμα και αν το άνοιγμα της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν ολοκληρωθεί καν, αφήνει εξαιρετικά σημαντικά ίχνη στην διαμόρφωση του πολιτικού τοπίου. Τόσο η πρόταση αναθεώρησης που θα υποστηρίξει ο ΣΥΡΙΖΑ (πρόταση Βερναρδάκη-Κατρούγκαλου-Δημητρόπουλου-Ζώρα-Νικολόπουλου-Χρυσόγονου), όσο και η πρόταση αναθεώρησης όψεις της οποίας αναμένεται να υποστηρίξει η ΝΔ (πρόταση Αλιβιζάτου-Βουρλούμη-Γεραπετρίτη-Κτιστάκι-Μάνου-Σπυρόπουλου) κινούνται σε παράλληλη κατεύθυνση: στην αναίρεση όψεων της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και στη διαμόρφωση «αντίβαρων», κυρίως με την ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας. Περαιτέρω, παρότι υποτίθεται ότι οι προτάσεις αναθεώρησης θέλουν να δημιουργήσουν αντίβαρα στο «πρωθυπουργοκεντρικό» χαρακτήρα που έχει λάβει το πολιτικό σύστημα, στην πραγματικότητα το ενισχύουν υποβαθμίζοντας το ρόλο της Βουλής.
Συγκεκριμένα:
Και οι δυο προτάσεις προσδίδουν ένα αναβαθμισμένο ρόλο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ ο Πρόεδρος εκλέγεται απευθείας από το λαό αποκτώντας μια υποτιθέμενη ευθεία νομιμοποίηση (πρόταση που υποστήριζε επί χρόνια ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης), στην δε πρόταση Αλιβιζάτου-Μάνου από ειδικό σώμα εκλεκτόρων. Οι προτάσεις δεν είναι τυχαίες. Αν θέλαν να αποφεύγεται η προσφυγή στις κάλπες λόγω αδυναμίας εκλογής του Προέδρου με αυξημένη πλειοψηφία θα μπορούσαν κάλλιστα να προτείνουν την εκλογή του από τη Βουλή με απλή ή ακόμα και με σχετική πλειοψηφία. Στόχος όμως είναι να αυξηθούν οι αρμοδιότητες του Προέδρου. Έτσι το πολιτικό σύστημα αποκτά ένα νέο κέντρο εξουσίας, μονοπρόσωπο, το οποίο δεν ελέγχεται από κανένα και το οποίο μπορεί να παρεμβαίνει στις εξελίξεις με διαγγέλματα προς το λαό, αλλά και προς τη Βουλή, να παρεμβαίνει αποφασιστικά στην δικαστική λειτουργία ορίζοντας Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων και στην νομοθετική λειτουργία ασκώντας επί της ουσίας βέτο επί νομοθετημάτων (παραπέμποντάς τα κατά βούληση για να κριθεί η αντισυνταγματικότητά τους από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέλη του οποίου έχει ορίσει ο ίδιος) . Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καθίσταται έτσι ένας αυτοτελής πόλος εξουσίας (όπως το παλάτι παλιότερα) και θα αποτελέσει το αποκούμπι των αστικών δυνάμεων στη χώρα μας σε περίπτωση όπου δεν μπορεί να ελεγχθεί το κοινοβουλευτικό πλαίσιο. Θα αποκτήσει δηλαδή το ρόλο που μετ’ επιτάσεως ζητούσαν οι αστικές δυνάμεις την εποχή του δημοψηφίσματος για να αποτραπεί τυχόν σύγκρουση με το ευρωοικοδόμημα. Το γεγονός ότι ο ρόλος αυτός υιοθετείται από τον ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύει την πλήρη μετάλλαξή του. Στην πρόταση μάλιστα Αλιβιζάτου-Μάνου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προτείνει τον Πρωθυπουργό (!) και αποκτά δικαίωμα διάλυσης της Βουλής ακόμα και όταν η Βουλή επιλέξει πρωθυπουργό με σχετική πλειοψηφία (!) (η ανοχή της Βουλής δεν αρκεί –απαιτείται και η ανοχή του Προέδρου της Δημοκρατίας) ή εάν θεωρήσει ότι υπάρχει δυσαρμονία προς το λαϊκό αίσθημα ή δεν εξασφαλίζεται κυβερνητική σταθερότητα.
Περαιτέρω, και οι δυο προτάσεις περιορίζουν το δικαίωμα υποβολής πρότασης δυσπιστίας μετατρέποντας το σε εποικοδομητική πρόταση δυσπιστίας. Δηλαδή δεν μπορεί μια κυβέρνηση να απολέσει την εμπιστοσύνη της Βουλής και να πέσει, παρά μόνο αν η Βουλή έχει τη δυνατότητα να εκλέξει νέα κυβέρνηση. Με αυτό τον τρόπο περιορίζεται η δυνατότητα διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων που αντιτίθενται στην κυβέρνηση, αλλά δεν συμφωνούν στο ποια πρέπει να την αντικαταστήσει, να ψηφίσουν από κοινού μια πρόταση δυσπιστίας. Έτσι περιορίζεται και η δυνατότητα του λαού να παρέμβει στις εξελίξεις μέσω των εκλογών και σταθεροποιούνται κυβερνήσεις που παρότι εκλέχτηκαν με ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα υλοποιούν ένα άλλο προκαλώντας αντιδράσεις στο εσωτερικό τους με αποχωρήσεις βουλευτών, διαμόρφωση νέων κομμάτων κλπ.
Και στις δυο προτάσεις είναι ενδεικτικός ο φόβος της λαϊκής παρέμβασης δια της ψήφου. Έτσι σε περίπτωση πρόωρης διάλυσης της Βουλής, η νέα Βουλή εκλέγεται μόνο για το χρονικό διάστημα που υπολείπεται από τη θητεία της προηγούμενης, ακόμα και αν η διάλυση της Βουλής προκύπτει λόγω του ότι η κυβέρνηση απώλεσε την εμπιστοσύνη της Βουλής και δεν υπάρχει περιθώριο νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Εάν ήθελαν οι συντάκτες των προτάσεων αναθεώρησης να περιορίσουν τη δυνατότητα της κυβερνητικής πλειοψηφίας να προκαλεί πρόωρες εκλογές κατά βούληση με την επίκληση «εθνικού θέματος» (αυτός ήταν ο βασικός λόγος πρόωρης διάλυσης της Βουλής στη μεταπολίτευση) θα μπορούσε να καταργηθεί η συγκεκριμένη πρόνοια και η Βουλή να διαλύεται είτε λόγω απώλειας της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, είτε λόγω παραίτησης της κυβέρνησης.
Από κει και πέρα ανάμεσα στις προτάσεις υπάρχουν διαφορές όσον αφορά το ποιο εκλογικό σύστημα θα αποκτήσει συνταγματική ισχύ (ημιπλειοψηφικό και με λίστα κατά την πρόταση Αλιβιζάτου-Μάνου –«κατά το δυνατόν πιστότερη» αναλογική στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ –όχι απλή) ή στο ποια θα είναι η σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου (αποκλειστικά από εξωκοινοβουλευτικά πρόσωπα κατά την πρόταση Αλιβιζάτου-Μάνου).
Επίσης αμφότερες οι προτάσεις αντί να περιλαμβάνουν στο εκλογικό σώμα όλους όσοι αποτελούν τμήμα της εργατικής τάξης της χώρας μας, καθιστούν πολιτικό παράγοντα τους απόδημους οι οποίοι εκλέγουν συγκεκριμένο αριθμό βουλευτών.
Από κει και πέρα η πρόταση Αλιβιζάτου κλπ προχωράει πολλά βήματα παραπέρα στον αντικοινοβουλευτισμό της μεταβιβάζοντας επίσημα πια το κέντρο βάρους της νομοθέτησης από τη Βουλή στην Κυβέρνηση. Η Βουλή με νόμους πλαίσια εξουσιοδοτεί την εκτελεστική εξουσία, η οποία με κανονιστικές πράξεις της εκδίδει πρωτογενώς κανόνες δικαίου. Με αυτό τον τρόπο οι ΠΝΠ από εξαίρεση γίνονται ο κανόνας. Στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ που υποτίθεται ότι θέλει να περιορίσει την ανεξέλεγκτη χρήση των ΠΝΠ ο έλεγχος γίνεται εκ των υστέρων από τα δικαστήρια, αντί να καταργηθεί ολοσχερώς ο θεσμός τους.
Απόλυτη σύμπνοια μεταξύ των προτάσεων καταγράφεται και στην προσπάθεια κατάργησης του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και την επιβολή ενός συγκεντρωτικού ελέγχου συνταγματικότητας από ένα Ανώτατο Δικαστήριο. Με αυτό τον τρόπο επιχειρείται ο εκ των προτέρων έλεγχος της δικαστικής κρίσης προκειμένου να αποφευχθεί το φαινόμενο διάφορα κατώτερα δικαστήρια να επισημαίνουν τις παραβιάσεις του Συντάγματος. Είναι ενδεικτικό επίσης και στις δυο προτάσεις ότι αντί να καθιερωθεί ο κοινωνικός έλεγχος από ένα ευρύτερο σώμα κοινωνικών εκπροσώπων κατά την εκλογή των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, προκρίνεται η επιλογή όλων ή μέρους τους από ένα ανέλεγκτο μονομελές κέντρο εξουσίας όπως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Από κει και πέρα η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ επαίρεται ότι έχει προοδευτικό πρόσημο καθώς κατοχυρώνει τον δημόσιο χαρακτήρα της ενέργειας και του νερού και ενισχύει την προστασία της δημόσιας περιουσίας. Αυτό όμως που παραλείπουν να μας πουν οι συντάκτες της πρότασης είναι ότι οι ρυθμίσεις, που επιτάσσουν την ιδιωτικοποίηση της ενέργειας και του νερού στο όνομα του ανταγωνισμού και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, προέρχονται αφενός από το νομοθετικό πλαίσιο της ΕΕ (τις συνθήκες και τις οδηγίες της), αφετέρου από τα μνημόνια τα οποία ασμένως έχει υπογράψει ο ΣΥΡΙΖΑ. Ξεχνούν επίσης να μας πουν ότι τόσο το Δικαστήριο της ΕΕ, όσο και τα ελληνικά δικαστήρια έχουν υιοθετήσει την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου ακόμα και επί των διατάξεων του ελληνικού συντάγματος, ενώ για τα μνημονιακά μέτρα που ούτως ή άλλως παραβιάζουν συνταγματικές διατάξεις, έχουν δεχθεί ότι δύνανται να ισχύσουν λόγω οικονομικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης (ως δίκαιο της εξαίρεσης δηλαδή). Με άλλα λόγια, όσο η Ελλάδα θα υπογράφει μνημόνια και όσο θα υιοθετεί τις συνθήκες και τις οδηγίες της ΕΕ, τόσο η δημόσια περιουσία, όσο και ο δημόσιος χαρακτήρας της ενέργεια και του νερού θα είναι υπονομευμένα, ακόμα και μετά την συνταγματική τους κατοχύρωση.
Είναι αντίθετα τόσο έκδηλος ο ευρωδουλισμός της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ που, αν και προβλέπει δημοψήφισμα για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σε υπερεθνικό όργανο, αναφέρει ότι η μεταβίβαση αυτή δεν είναι ανέκκλητη εκτός αν πρόκειται για μεταβίβαση προς την ΕΕ!
Από την άλλη πλευρά η πρόταση Αλιβιζάτου-Μάνου συνταγματοποιεί τον νεοφιλελευθερισμό υπερακοντίζοντας ακόμα και τις ρυθμίσεις της ΕΕ: ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί, κατάργηση της διάταξης περί εθνικοποιήσεων, καθιέρωση ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων (καθιστώντας ακόμα και τους εσωτερικούς κανονισμούς των ξένων πανεπιστημίων διατάξεις υπέρτερης ισχύος!), προστασία της ανταπεργίας (λοκάουτ), περιορισμοί στην εφαρμογή της αρχής της ισότητας από τα δικαστήρια, περιορισμοί στην φιλοπεριβαλλοντική νομολογία, ενώ ταυτόχρονα υιοθετεί μια πλήρως συντηρητική αντίληψη της λαϊκής κυριαρχίας, όπου όλες οι εξουσίες δεν πηγάζουν από τον λαό, αλλά από το Έθνος! Αρκεί και μόνο να σκεφτούμε πώς τέτοιες έννοιες χρησιμοποιήθηκαν από το ΣτΕ για να περιορίσουν το δικαίωμα στην απόκτηση ιθαγένειας για να καταλάβουμε τη σημασία τέτοιων συνταγματικών ακροβασιών (ας σημειωθεί ότι ούτε στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ αφαιρείται ο μετεμφυλιακός δυισμός λαού-έθνους ώστε να καθίσταται σαφές ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό και ασκούνται υπέρ αυτού).
Είναι προφανής ο αντιδραστικός χαρακτήρας των προτάσεων, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που χάνονται ορισμένες θετικές όψεις τους (π.χ. η κατοχύρωση διαχωρισμού εκκλησίας-κράτους ή η λαϊκή πρωτοβουλία για δημοψηφίσματα). Άλλωστε η μόνη συνταγματική «αναθεώρηση» που θα είχε θετικό πρόσημο στις σημερινές συνθήκες θα μπορούσε να προέλθει από την κινητοποίηση του λαού, από μια νέα, λαϊκή «μεταπολίτευση» που θα αλλάξει εκ θεμελίων το αυταρχικό και αντιδημοκρατικό πολιτικό σύστημα. Με εκτεταμένη κατοχύρωση των δημόσιων αγαθών ενάντια στην ιδιωτική εκμετάλλευσή τους και με διευκόλυνση των εθνικοποιήσεων. Με έμφαση στην άμεση δημοκρατία και τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία. Με θέσπιση μορφών εργατικού και λαϊκού ελέγχου σε όλα τα επίπεδα. Με θεσμική κατοχύρωση του αυτόνομου ρόλου των κοινωνικών κινημάτων στη διαδικασία μετασχηματισμού. Με σπάσιμο των στεγανών που δεν επιτρέπουν τον πραγματικό δημοκρατικό έλεγχο στη δικαιοσύνη, το στρατό και την αστυνομία. Με εκτεταμένη κατοχύρωση των σύγχρονων κοινωνικών δικαιωμάτων.
* ο Στέφανος Σαμοΐλης είναι μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου της Λαϊκής Ενότητας, πρώην βουλευτής Κέρκυρας. Το κείμενο αποτελεί παρέμβασή του στην διημερίδα που διοργάνωσε η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων για την επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση (2-3/6/2017), και είναι βασισμένο σε επεξεργασία του μέλους του Πολιτικού Συμβουλίου της ΛΑΕ Δημήτρη Σαραφιανού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου